Μετά τη βροχή vol.1

katrin

Ήταν ένα από αυτά τα καλοκαιρινά μπουρίνια, που τρέχεις να κλείσεις πόρτες, παράθυρα και ότι άλλο έχεις αφήσει ανοιχτό, γιατί όλα μαζί χτυπούν σα δαιμονισμένα. Για μισή ώρα έβρεχε καταρρακτωδώς, ο καιρός έμοιαζε περισσότερο για φθινόπωρο, παρά για καλοκαίρι. Όμως, όταν σταμάτησε η βροχή μύριζε έντονα χώμα, μύριζε γη. Τα φύλλα ήταν όλα καταπράσινα και τα λουλούδια στην αυλή ζωντάνεψαν.

Βγήκα έξω στην αυλή να μαζέψω τα πεσμένα φύλλα των δέντρων και διάφορα κλαδιά που έφερε η βροχή. Δειλά δειλά, βγάζοντας το κεφάλι τους από τις φωλιές τους, έκαναν την εμφάνιση τους τα τζιτζίκια και τα αηδόνια. Η φύση προσπαθούσε σιγά σιγά να έρθει στις φυσιολογικές συνθήκες μετά τη ξαφνική αναμπουμπούλα.

Αφού μάζεψα ότι έχει αφήσει ρημαδιό ο σίφουνας καταιγίδα, έφτιαξα έναν ελληνικό καφέ και κάθισα στην αυλή. Έκλεισα τα μάτια, απολάμβανα τη μυρωδιά των δέντρων και το κελάηδισμα των πουλιών. Ηρεμούσα κι εγώ η ίδια, κι όχι μόνο η γη μετά από το πανικό που προκλήθηκε.

Ξάφνου την ηρεμία τη διέκοψε το χτύπημα του τηλεφώνου. Έτρεξα να το προλάβω πριν σταματήσει.

-«Λενιώ μου τι κάνεις; Είσαι καλά με τη βροχή;»

-«Γεια σου Χρυσάνθη, ναι αρκετά ίσα-ίσα πρόλαβα να κλείσω πόρτες και παράθυρα για να μη μπει το νερό μέσα. Εσείς όλα καλά;»

-«Καλά κι εμείς, μια από τα ίδια. Να εδώ ετοιμάζω το σπίτι, περιμένω επισκέπτες για το καλοκαίρι, όπως κάθε χρόνο. Βλέπεις εμείς εδώ στο νησί, έχουμε και τα καλά μας, όλο το καλοκαίρι φιλοξενούμε φίλους και περνάμε ωραία.»

-«Έχεις δίκιο, αυτά είναι τα ωραία του νησιού μας. Άντε καλώς να τους δεχτείς, θα βρεθούμε σύντομα», απάντησα

-«Ναι ναι, θα σε πάρω τηλέφωνο ξανά, όταν θα έρθουν οι λοιποί εκδρομείς να πιούμε ένα κρασάκι.»

Κλείσαμε το τηλέφωνο ανακουφισμένες που είμασταν όλοι καλά μετά από αυτή τη νεροποντή. Όμως, εμένα στη χροιά της φωνής της Χρυσάνθης κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Σαν να προσπαθούσε να μου πει κάτι, αλλά να δίσταζε.

Δυο μέρες πέρασαν, ούτε που τις κατάλαβα, μιας και ξόδευα πολλές ώρες για τις δουλειές του κήπου. Ήθελα να έχω πολλά λουλούδια, σε πολλά χρώματα. Αποφάσισα βέβαια να φτιάξω κι εκείνο το παλιό έπιπλο της γιαγιάς, τη «προίκα», όπως έλεγε κι αυτή, από γιαγιά σε κόρη και εγγονή. Ήταν ένα έπιπλο ίσαμε με τη μέση της πλάτης, είχε μπροστά δύο ντουλάπια με τζάμι και από κάτω τρία σκαλιστά συρτάρια, δυο μικρά και ένα μεγάλο. Με ένα καλό τρίψιμο έφυγαν τα παλιά γυαλίσματα και με ένα λουστράρισμα, φαίνονταν σα καινούριο.

Μέσα σε δυο μέρες τα είχα όλα έτοιμα και τα καμάρωνα. Διακοπές ήμουν και αφού πέρασε η πρώτη εβδομάδα ξεκούρασης και αποσυμπίεσης από τη πολύβουη Αθήνα, άρχισε να με τρώει να κάνω διάφορες εργασίες συντήρησης. Βλέπεις το σπίτι όλο το χρόνο είναι κλειστό, και ανοίγει παρά μόνο δύο μήνες του καλοκαιριού. Ένα μήνα ο αδερφός μου και ένα μήνα εγώ. Δεν έχουμε παράπονο βέβαια, έχουμε περάσει τα ομορφότερα καλοκαίρια μας, και ως παιδιά και ως έφηβοι. Με αγάπη και σεβασμό στα παιδικά μας χρόνια συντηρούμε τις μνήμες μας και το σπίτι.

Απογευματάκι λοιπόν με συνοδεία ένα καφεδάκι κάθισα στην αυλή και χάζευα τα λουλούδια και το έπιπλο που στέγνωνε. Πολύ υπερήφανη για τα κατορθώματα μου. Την ηρεμία της απόλαυσης σπάει το τηλεφώνημα της Χρυσάνθης, να με ενημερώσει ότι το βράδυ με περιμένει στο σουαρέ, που ετοιμάζει στην αυλή της με όλους τους φίλους ντόπιους και φιλοξενούμενους.

Όμορφη βραδιά, είχε ένα ωραίο δροσερό αεράκι και ο ουρανός καθαρός γεμάτος αστέρια. Το σπίτι της Χρυσάνθης και του Γιώργου είχε θέα στο κάστρο, από τα προνομιούχα του νησιού. Το είχε κληρονομήσει κι αυτή από τη γιαγιά της. Η οικογένεια της από τις πιο γνωστές του νησιού και τις πιο ευκατάστατες. Είχε μια μεγάλη αυλή γεμάτο λεμονιές και φράπες και στη μέση είχε φτιάξει ο Γιώργος ένα ωραίο μαρμάρινο μεγάλο τραπέζι, για να χωράνε όλοι φίλοι, όπως λέει κι αυτός. Με τη Χρυσάνθη είμαστε φίλες από μωρά και παρ’ ότι στην Αθήνα δεν μέναμε κοντά φροντίζαμε να διατηρούμε αυτή τη φιλία και το χειμώνα. Οι γιαγιάδες μας φιλενάδες και αυτές, μαζί μεγάλωσαν μια οικογένεια. Ο Γιώργος δυο χρόνια μεγαλύτερος από εμάς και παιδικός φίλος του αδερφού μου, του Οδυσσέα. Βέβαια δεν είμασταν μόνο εμείς οι τέσσερις στη καλοκαιρινή παρέα, την εμπλούτιζαν η Πέρσα, η Ιωάννα, η Κική, ο Γρηγόρης και ο Δήμος. Πάνω κάτω ίδιες ηλικίες, ίδια μυαλά.

Φτάνοντας στο σπίτι των φίλων μου, ακούγονταν γέλια και οι αγκαλιές έπαιρναν κι έδιναν. Μαζευτήκαμε όλοι οι παλιοί φίλοι, αλλά και νέοι που θα τους μυούσαμε στις παλιές μας συνήθειες. Βλέπεις όταν έρχεσαι στο νησί, γίνεσαι πάλι παιδί, ξενοιάζεις και δεν λογαριάζεις και πολλά. Μπαίνοντας στην αυλή έπεσα πάνω στη Πέρσα, όπου είχαμε να βρεθούμε δύο χρόνια. Αγκαλιαστήκαμε με τόση ζεστασιά, μου είπε εν τάχει ότι αποφάσισε να επιστρέψει Ελλάδα μετά από δεκαπέντε χρόνια απουσίας λόγω σπουδών και εργασίας στο εξωτερικό, ότι χώρισε με τον Λεωνίδα και συζεί με τον Jean – Γάλλος οινολόγος, και ότι θα βρίσκει περισσότερο χρόνο να έρχεται στο νησί μας πλέον. Μου μιλούσε γρήγορα χωρίς να βάζει τελεία σε αυτά που λέει, σαν να ήθελε να μου τραβήξει τη προσοχή από τον οποιοδήποτε άλλο στο χώρο, όμως ένιωθα ότι κάποιος με κοιτάζει επίμονα από τα αριστερά μου. Άφησα τη Πέρσα και τη πολυλογία της και έστριψα το κεφάλι μου προς τα αριστερά και αντίκρισα τον Δήμο. Σταμάτησε το βλέμμα μου επάνω του. Είχαμε πέντε χρόνια να συναντηθούμε, τη τελευταία φορά ήταν που αποφασίσαμε να χωρίσουμε κιόλας. Περπάτησα προς το μέρος του και προσπαθώντας να κρύψω την αμηχανία της στιγμής, του χαμογέλασα και τον καλωσόρισα στο νησί. Ήταν μαγκωμένος και προσπαθούσε και αυτός μάταια να μη δείξει πόσο τρακαρισμένος είναι. Το  μόνο που είχα μάθει αυτά τα πέντε χρόνια απουσίας του, ήταν ότι είχε παντρευτεί και έμενε πλέον στη Πάτρα. Από τότε δε ρώτησα ποτέ πια για νέα του και η Χρυσάνθη απέφευγε να συζητάει για αυτόν όσο ήμουν εγώ μπροστά, ήξερε ότι με στεναχωρούσε.

Η χειραψία μας κράτησε όση ώρα λέγαμε τα νέα μας. Κανένας δεν έκανε τη κίνηση να χωριστούν τα χέρια μας.

– «Δεν ήξερα, ότι μέσα στους προσκεκλημένους της Χρυσάνθης θα ήσουν κι εσύ, δεν ήξερα ότι είσαι στο νησί», αποκρίθηκα.

-«Το αποφάσισα τελευταία στιγμή να κατέβω, ελπίζω αυτό να μη σε πειράζει», είπε με μια δόση ειρωνείας, καθώς το πόδι του τρεμόπαιζε αμήχανα ρυθμικά.

-«Όχι καθόλου, δεν θα μπορούσα να σου στερήσω το νησί που πέρασες τα παιδικά σου καλοκαίρια. Δεν έχω τέτοιο σκοπό.»

Υπήρχε μεγάλη σιωπή, παρά μόνο τα βλέμματα μας μιλούσαν. Θυμήθηκα γιατί σε ερωτεύτηκα. Για τα μάτια σου, για το τρόπο που με κοιτούσαν, για το πως μου μίλαγαν, με αγκάλιαζαν, για το πως με προστάτευες. Είχες αλλάξει, γκριζάρισαν οι κρόταφοι σου, φαινόσουν κουρασμένος. Είχα αλλάξει, ήμουν κουρασμένη και χωρίς άλλη επιλογή έβαφα τα μαλλιά μου κόκκινα.

– «Πέρασαν πέντε χρόνια», είπε με έναν αναστεναγμό στο τελείωμα της πρότασης του.

– «Ναι Δήμο, πέντε  ολόκληρα χρόνια από εκείνο το καλοκαίρι.»

– «Μου έλειψες, πολύ..»

 

(φωτογραφία, Θεσσαλικός Κάμπος, 2018)

 

Photography: Katevangel

Κείμενο: The Act of Capturing

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s