Μετά τη βροχή vol.2

DSC_1180b

..δεν ήξερα τι να απαντήσω στα λόγια του Δήμου, κόμπιασα. Δεν περίμενα άλλωστε να ακούσω ότι του έλειψα. Ήταν μια δύσκολη απόφαση και για τους δύο μας να χωρίσουμε, αλλά αναπόφευκτη. Οι γιαγιάδες μας ήταν φιλενάδες από τα παιδικά τους χρόνια κι εμείς φίλοι από όταν γεννηθήκαμε. Ως ζευγάρι είμασταν μαζί τέσσερα χρόνια, και με έναν πρόχειρο υπολογισμό τριάντα τρία χρόνια γνωριμίας. Δεν τα έλεγες και λίγα. Ήξερε ο ένας τον άλλο σαν κάλπικη δεκάρα. Ίσως αυτό να μας ένωσε, αλλά ίσως και να μας χώρισε.

Μετά από δύο μήνες από τον χωρισμό μας, ο Δήμος αποφάσισε να μετακομίσει στη Πάτρα, όπου μέσα σε ένα χρόνο από την εγκατάσταση του εκεί, είχε παντρευτεί. Τη κοπέλα αυτή την ήξερα, ήταν συμφοιτητές με τον Δήμο στην Αρχιτεκτονική και αργότερα συνάδελφοι σε ένα γραφείο στην Αθήνα. Αυτό με καταρράκωσε, δε μπορούσα να φανταστώ πόσο γρήγορα έκανε μια τέτοια κίνηση, ένα τέτοιο σημαντικό βήμα. Πέρασαν από το μυαλό μου πολλά, ίσως να υπήρχε από πριν το ειδύλλιο, ίσως να προέκυψε εκείνο το καλοκαίρι του χωρισμού μας, όπου αυτή είχε έρθει στο νησί για διακοπές με τις φίλες της. Έκανα ένα χρόνο να το αποβάλλω από μέσα μου, έριχνα το φταίξιμο στον εαυτό μου για το τέλος αυτής τη σχέσης. Δε τσακωθήκαμε, δε μαλώσαμε, παρά μόνο είπαμε αντίο. Δε βρήκα το θάρρος να του μιλήσω τότε για το πως ένιωσα, για το πως αισθάνθηκα, κι αυτός δεν μου είπε ποτέ για αυτά που τον βάραιναν. Η αλήθεια ήταν, ότι ήμουν απόμακρη το τελευταίο καιρό, διστακτική σε όλα. Δε με χώραγε ο τόπος. Οι αλλαγές στη δουλειά με είχαν επηρεάσει, με αποτέλεσμα να μη μπορούσα να διαχειριστώ τίποτα άλλο. Χρειαζόμασταν και οι δύο ένα διάλειμμα. Όμως, δε φανταζόμασταν ότι θα ήταν οριστικό.

Εγώ άργησα να συνεχίσω τη ζωή μου. Μετά από τρία χρόνια, γνώρισα τον Φαίδωνα μέσα από κοινή παρέα σε διακοπές στη Φολέγανδρο. Περάσαμε μαζί ενάμιση χρόνο, αλλά είχαμε μια μεγάλη διαφωνία. Εγώ ήθελα ένα παιδί και ο Φαίδωνας όχι. Αυτό δεν άργησε να φέρει τη ρήξη μεταξύ μας, και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε, όταν έμαθα ότι είμαι έγκυος και από τη μεγάλη στεναχώρια απέβαλλα.

Η υπόλοιπη παρέα τους κοιτούσε εκ του μακρόθεν με μια απορία και μια αγωνία για το πως θα ήταν η συνάντηση τους μετά από τόσα χρόνια. Αποφάσισα για να σπάσω το πάγο και να αποφύγω να απαντήσω στον Δήμο στο «μου έλειψες..», να του πρότεινω να κάτσουμε στο μεγάλο τραπέζι του Γιώργου μαζί με τους υπόλοιπους. Η Χρυσάνθη μου χαμογέλασε, όπως πάντα η ήρεμη δύναμη της παρέας, και το χαμόγελο της ανακούφισε τη ταραχή μου.

Το βράδυ μας ήταν γεμάτο γέλια και θύμησες από τα παλιά, από τα παιδικά μας χρόνια. Τότε που όλα ήταν ξέγνοιαστα και ανέμελα. Πέρασε η ώρα και ούτε που το καταλάβαμε, βλέπεις άμα πάρει το λόγο η Πέρσα με την Ιωάννα σε πάνε μέχρι το ξημέρωμα. Το κρασί που είχε φέρει ο Jean από Γαλλία μας μέθυσε γλυκά και μας παρέσυρε στο να ανοιχτούμε όλοι.

Αποφάσισα να αποχωρήσω πρώτη κατά τις πέντε το πρωί. Τον Γιώργο τον είχε πάρει ήδη ο ύπνος στη καρέκλα, όπου κατά καιρούς ξύπναγε, γέλαγε και μας έλεγε

-«Μη φεύγετε νωρίς είναι ακόμη, που πάτε;»

Όταν φύγαμε δε ξύπνησε καθόλου, είχε χαλαρώσει κάτω από τη κληματαριά και μέτραγε προβατάκια. Ο Δήμος μου πρότεινε να με πάει μέχρι το σπίτι μου, κι ας ήταν το τελευταίο σπίτι της παρέας πάνω πάνω.

-«Δε γίνεται να χαλάσω το έθιμο, πάντα σε επέστρεφα σπίτι σου, δεν άφηνα ποτέ κανέναν άλλον.»

-«Αυτό είναι αλήθεια, τολμώ να ομολογήσω και το εκτιμώ ιδιαιτέρως. Ευχαρίστως, πάμε.»

Υπήρχαν λεπτά απόλυτης σιγής, σα να θέλαμε να πούμε κάτι και διστάζαμε. Τότε ο Δήμος ξεκίνησε τη κουβέντα ρωτώντας με

Μένεις ακόμα στο σπίτι στο Λυκαβηττό;

-«Όχι, μετακόμισα πριν τέσσερα χρόνια λίγο πιο κάτω, στην ίδια γειτονιά.»

-«Δε τον αλλάζεις τον Λυκαβηττό με τίποτα άλλο ε;»

-«Μπα, όχι μου αρέσει εκεί. Όλα κοντά, η δουλεία μου, οι φίλοι μου, να βγω μια βόλτα. Εσύ είσαι ακόμα στη Πάτρα; ρώτησα με μια δόση απορίας-ειρωνείας.»

-«Όχι, εδώ και δύο μήνες είμαι στην Αθήνα. Μετακόμισα, λόγω δουλείας και αλλαγής προσωπικής ζωής. Χώρισα με την Ζωή και κάποιος έπρεπε να φύγει.»

-«Κρίμα δεν το ήξερα. Να σου πω την αλήθεια απέφευγα κάθε είδους συζητήσεις που αφορούσαν εσένα για δικό μου καλό. Συγνώμη αν σε ενοχλεί αυτό που λέω, αλλά έπρεπε να προστατέψω εμένα πρώτα από όλους.»

-«Δε με στεναχωρείς, καλά έκανες.»

-«Είσαι μόνη σου εδώ στο νησί; Ο Οδυσσέας δεν θα έρθει καθόλου;»

-«Είμαι μόνη μου προς το παρόν, την άλλη βδομάδα θα έρθει ο Οδυσσέας και επειδή δεν θα χωράμε σε αυτό το σπίτι, βλέπεις έγιναν τετραμελή οικογένεια, θα ανέβω στο σπίτι στο πάνω χωριό.»

-«Έκανε δυο παιδιά ο Οδυσσέας και η Μελίνα; Μπράβο τους, δεν τους το είχα, πολύ boem ζευγάρι.»

-«Κι όμως, έχουν δυο κοριτσάκια πανέμορφα.»

Περπατήσαμε στα πλακόστρωτα σοκάκια του νησιού δίχως να μιλάμε, νομίζω κάναμε κύκλο για να φτάσουμε σπίτι. Ξαφνικά μου έπιασε απαλά το χέρι κι εγώ σα να ανακουφίστηκα, παρ’ ότι ταράχτηκα αρχικά. Δεν το τράβηξα, όπως θα έκανα υπό άλλες συνθήκες, συνέχισα  να το κρατώ με μια δόση συναισθηματισμού.

-«Έχεις καταλάβει ότι έχουμε πάρει λάθος δρόμο για το σπίτι ε;» του αποκρίνομαι

-«Φυσικά, το επιδιώκω άλλωστε», μου απαντά χαμογελαστά

-«Φτάσαμε, σε ευχαριστώ πολύ που με έφερες έως εδώ, έκανες ολόκληρο κύκλο όμως.»

-«Μη το ξαναπείς, ήταν μεγάλη χαρά που σε είδα μετά από τόσο καιρό», είπε με νοσταλγικό βλέμμα.

Κοιταχτήκαμε με βουρκωμένα μάτια για ώρα, χάϊδεψα το πρόσωπό του από τα δάκρυα και του χαμογέλασα..

(συνεχίζεται)

Photography: Katevangel

Κείμενο: The Act of Capturing

(φωτογραφία, Χώρα Αστυπάλαιας, 2018)

2 σκέψεις σχετικά με το “Μετά τη βροχή vol.2

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s