Μετά τη βροχή vol.3

DSC_1301a

Κοιμόταν μέχρι τις δώδεκα το μεσημέρι.

Βλέπεις με τούτα και με κείνα έπεσε να κοιμηθεί στις έξι το πρωί. Στριφογύρναγε στο κρεββάτι μέχρι να τη πάρει ο ύπνος, σκεφτόταν τα μάτια του Δήμου βουρκωμένα και θαμπά, πονεμένα θα τα έλεγε κάποιος. Ήταν η εσωτερική πάλη που γινόταν μέσα της μεταξύ του αν τον ήθελε ακόμη ή απλά ήταν η δύναμη της συνήθειας που τη τραβούσε προς αυτόν. Για αυτό και χθες το βράδυ αποτραβήχτηκε λέγοντας του

-«Καληνύχτα, θα τα πούμε και τις επόμενες μέρες»

Έκλεισε την αυλόπορτα, κοίταξε λοξά πίσω της καθώς ανέβαινε τα σκαλιά για το σπίτι και είδε τη φιγούρα του ακόμα να στέκεται εκεί στην άκρη και να την κοιτάει. Σκέφτηκε τη φράση από τη ταινία «Πολίτικη Κουζίνα», όπου ο Φάνης αποχαιρετά τη Σαϊμέ στο σταθμό των τρένων και της λέει

-Μη κοιτάς πίσω Σαϊμέ, στους σταθμούς των τρένων άμα κοιτάξουμε πίσω αυτή η εικόνα μένει σαν υπόσχεση.

Σηκώθηκε από το κρεββάτι, έφτιαξε ένα καφέ και έκατσε στην αυλή της, σκεπτόμενη τα χθεσινά γεγονότα. Δεν ήταν έτοιμη να τον ξαναδεί σύντομα. Ήθελε πρώτα η ίδια να σκεφτεί τι θέλει. Απέφυγε κάθε απάντηση τηλεφωνημάτων των φίλων της και κάθε συνάντηση μαζί τους. Μόνο έστειλε ένα μήνυμα στη Χρυσάνθη να μην ανησυχεί, ότι είναι καλά, αλλά θέλει χρόνο. Η Χρυσάνθη τη καταλαβαίνει, ήταν πάντα δίπλα της στις δύσκολες στιγμές που πέρασε μετά το χωρισμό τους. Ήρεμη και ψύχραιμη δύναμη, με υπομονή, την εμψύχωνε σε κάθε της δυσκολία.

Πέρασαν έτσι τρεις μέρες. Δίχως να συναναστραφεί με κανέναν. Έβγαινε για μπάνιο νωρίς το απόγευμα, που ήξερε, ότι όλη η παρέα έπαιρνε τον απογευματινό της ύπνο. Δεν ήθελε να δει τον Δήμο άλλωστε, δεν ήξερε τι να του πει, δεν ήξερε όμως και τι ήθελε να ακούσει από αυτόν. Καθώς σουρούπωνε το βραδάκι της Τρίτης, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού, έτρεξε να ανοίξει και με ένα φόβο μην ήταν ο Δήμος, άνοιξε με δισταγμό. Ήταν η Χρυσάνθη, ευτυχώς.

-«Α φιλενάδα, όλα και όλα. Είπα να σε αφήσω να ηρεμήσεις να σκεφτείς, αλλά όχι και έτσι να χαθείς από προσώπου γης.»

-«Συγνώμη, το ξέρω δεν είναι σωστό και για την υπόλοιπη παρέα, αλλά βρίσκομαι σε σύγχυση. Δε ξέρω πως να τον διαχειριστώ. Να σου μιλήσω ειλικρινά, δε ξέρω αν θέλω να τον αποφύγω ή να πέσω στην αγκαλιά του.

-«Μάλιστα», απαντάει σκεπτική η Χρυσάνθη. «Κάνε αυτό που σου λέει η καρδιά σου, πάντως να ξέρεις κάθε μέρα με ρωτάει γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας και αν είσαι καλά. Αισθάνεται υπαίτιος που απομακρύνθηκες από εμάς και πίστεψε με δε του αρέσει καθόλου.»

-«Ταράχτηκα που τον είδα, ήταν φιλικός και προσιτός απέναντι μου, αλλά και απόμακρος ταυτόχρονα. Λογικό το βρίσκω και εγώ τα ίδια είμαι απέναντι του, νομίζω.»

-«Το βράδυ θα έρθεις στο Κοράλλι που έχει live βραδιά, θα είμαστε όλοι εκεί, μου το υπόσχεσαι, δε δέχομαι αρνητική απάντηση».

-«Εντάξει, θα έρθω, μπορώ να σου αρνηθώ; Θα μου το χτυπάς όλο το χειμώνα άμα δεν έρθω.»

-«Έτσι μπράβο!!»

Ετοιμάστηκε για την αποψινή βραδιά με ένα άγχος. Δεν ήξερε τι να φορέσει, έβαζε, έβγαζε ρούχα, καθόταν, ξανασηκωνόταν, έβαζε ένα παντελόνι, το έβγαζε, φόραγε φόρεμα, το έβγαζε κι αυτό. Αποφάσισε να φορέσει το φόρεμα τελικά γρήγορα γρήγορα, διότι είχε αργήσει ήδη δέκα λεπτά και αν συνέχιζε αυτή τη κατάσταση θα πήγαινε στο Κοράλλι αφού τελείωνε το γλέντι. Φτάνοντας εκεί, το μεγαλύτερο τραπέζι το είχε η παρέα της και τα γέλια τους ακούγονταν μέχρι έξω. Όλοι χάρηκαν που την είδαν, τους δικαιολογήθηκε ότι ήταν λίγο αδιάθετη για αυτό και οι τόσες μέρες απουσίας. Έκατσε δίπλα στην Ιωάννα που ήξερε ότι θα της έφτιαχνε το κέφι και ακριβώς απέναντι από το Δήμο. Όλο το βράδυ οι ματιές τους ήταν κοφτερές και δυναμικές, τσούγκριζαν συχνά τα ποτήρια, γελούσαν, ξανακοιτάζονταν χαμογελώντας, σιγοτραγουδούσαν το Μινόρε της Αυγής. Περασμένες τρεις αποφάσισαν να φύγουν έχοντας πιει αρκετά ποτήρια κρασί. Ο Γιώργος είχε κοιμηθεί ήδη στη καρέκλα, όπως συνηθίζει άλλωστε και η υπόλοιπη παρέα είχε αναχωρήσει ήδη μεθυσμένη.

-«Θα σε πάω εγώ σπίτι Λενιώ,» είπε ο Δήμος

-«Ποιος θα πάει ποιον δεν ξέρω, έτσι όπως είμαστε και οι δύο ζαλισμένοι,» του απάντησε η Λενιώ γελώντας.

Περπατώντας στα μικρά στενά της Χώρας πέρασαν μπροστά από ένα μικρό εκκλησάκι, όπου έλαμπαν σαν αστεράκια τα αναμμένα του καντήλια. Κοντοστάθηκαν και κοίταξαν κρυφά- κρυφά μέσα από το πίσω παραθυράκι.

-«Θυμάσαι τότε που είμασταν παιδιά και μας έφερναν οι γιαγιάδες μας στην εκκλησία το Δεκαπενταύγουστο στη Παναγιά και εμείς δεν είχαμε τόπο να σταθούμε σε ησυχία και ερχόμασταν εδώ πίσω από το ιερό και παίζαμε; Που και που κρυφοκοιτάγαμε μέσα από το παραθυράκι να βρούμε τις γιαγιάδες μας.»

-«Και βέβαια το θυμάμαι, ξεχνιούνται οι παιδικές ζαβολιές; Εδικά εκεί, που μας ανακάλυπταν οι γιαγιάδες μας, και τα βλέμματα τους ήταν κοφτερά σα μαχαίρι και ήταν σαν να έλεγαν θα τα πούμε στο σπίτι εμείς μετά,» είπε γελώντας ο Δήμος.

-Χαχα τι τους είχαμε κάνει; Πώς μας άντεχαν;»

Τα γέλια τους ήταν δυνατά και μέσα από τη ψυχή τους. Συνέχισαν το δρόμο τους και ήρθε η αμήχανη ώρα του αποχαιρετισμού έξω από το σπίτι της Λενιώς. Του έπιασε το χέρι και αυτός ανατρίχιασε.

-«Σε ευχαριστώ για άλλη μια φορά Δήμο μου.»

-«Το ξέρεις ότι δε χαλάω το έθιμο μας, πάντα έτσι θα γίνεται. Θα σε δω αύριο; Να σου πω την αλήθεια μου, θέλω να σε βλέπω κάθε μέρα, τις μέρες που δεν εμφανίστηκες ούτε στη παραλία, ούτε τα βράδια στη Χώρα μου φάνηκαν αιώνας. Θέλω να πιστεύω ότι δεν είμαι εγώ η αφορμή;»

-«Να σου πω τη δικιά μου αλήθεια; Ναι, ήσουν η αφορμή να κρυφτώ στο δικό μου κόσμο. Ταράχτηκα που σε είδα, που με κοίταξες, που με άγγιξες,» του απάντησε λίγο κοφτά η Λενιώ.

-«Κι εγώ ταράχτηκα όταν σε συνάντησα ξανά μετά από τόσα χρόνια. Θυμήθηκα γιατί σε αγαπάω,» είπε με δυναμισμό ο Δήμος.

Η Λενιώ έσκυψε το κεφάλι και μειδίασε ειρωνικά προς το Δήμο. Δε περίμενε να ακούσει ότι την αγαπά σε χρόνο ενεστώτα, και του απάντησε

-«Μεγάλες κουβέντες και όχι της στιγμής. Αύριο φεύγω για το πάνω χωριό, έρχεται ο Οδυσσέας με την οικογένεια του και δεν χωράμε όλοι μαζί σε αυτό το σπίτι. Δε ξέρω αν θα κατεβαίνω συχνά στη Χώρα.»

(συνεχίζεται)

Photography: Katevangel

Κείμενο: The Act of Capturing

(φωτογραφία, Χώρα Αστυπάλαιας, 2018)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s