Μετά τη βροχή vol.4

DSC_1255

Ξύπνησα το πρωί, ετοίμασα και τα τελευταία πράγματα και περίμενα τον Οδυσσέα με την υπόλοιπη οικογένεια να τους δώσω μια μεγάλη αγκαλιά και να ανηφορίσω σιγά σιγά για το πάνω χωριό. Ήθελα να φτάσω μέρα, όχι ότι είναι μακριά, σε μισή ώρα θα είμαι εκεί, αλλά μ’ αρέσει την ώρα του μεσημεριού να πίνω ελληνικό καφεδάκι στην αυλή μου και να έχω όλο το Αιγαίο στα πόδια μου.

Άκουσα γέλια και φωνές και έτρεξα να ανοίξω τη πόρτα. Ήταν τα ανίψια μου, τα οποία έτρεχαν ήδη στην αυλή. Τόση ζωντάνια σ’ αυτό το σπίτι, χρόνια είχε να ζήσει, σχεδόν από όταν είμασταν εγώ και ο Οδυσσέας στη δικιά τους ηλικία.

-«Καλώς ήρθατε», είπε με χαμόγελο η Λενιώ και άνοιξε την αγκαλιά της στα ανίψια της

-«Τι κουβαλήσεις πάλι βρε Ρόζα; Λες και δεν θα έχει να ψωνίσουμε δύο πράγματα εδώ στο νησί», είπε με φωνή κουρασμένη και μπαϊλντισμένη ο Οδυσσέας.

-«Αχ μη ξεκινάς…αυτά που έφερα μας φτάνουν για μια εβδομάδα ίσα ίσα. Αφού με ξέρεις, δεν θέλω να κάνω άσκοπες μετακινήσεις στο νησί. Σπίτι, θάλασσα, καφέ και άντε πάλι από την αρχή», αποστομωτική όπως πάντα η Ρόζα.

Ο διάλογος για το αν έπρεπε να φέρουν τόσα τρόφιμα μαζί τους, για το αν έπρεπε να κουβαλήσουν τόσα παιχνίδια για τα παιδιά, ήξερα ότι θα κράταγε πέραν του φυσιολογικού, επομένως μάζεψα τα πράγματα μου, τους άφησα να τακτοποιηθούν και έφυγα για το χωριό. Ο δρόμος για το χωριό είναι ανηφορικός και ελικώδης. Γεμάτος αγριοφυστικές, βελανιδιές, αγραμυθιές και χαμηλά θαμνώδη, όπως θυμάρι και θρούμπι. Το καλοκαίρι με τη ζέστη μυρίζουν πιο όξινα και άμα βρέξει και καμιά μέρα, αισθάνεσαι τη φρεσκάδα τους. Χάζεψα στη διαδρομή όλο το Αιγαίο Πέλαγος. Απέραντο, ο ορίζοντας καθαρός και ο ουρανός καταγάλανος χωρίς συννεφάκια.

Στο χωριό απαγορεύονται τα αυτοκίνητα, υπάρχει ένας μικρός χώρος στάθμευσης στην είσοδο του, όπου εκεί αφήνεις το όχημα σου και μπαίνεις με πεζός στο εσωτερικό του χωριού. Το χωριό αποτελείται από μικρά στενάκια, όπου δημιουργούν έναν λαβύρινθο κι άμα δε το ξέρεις καλά μπορεί και να χαθείς. Κατάλευκα σπίτια με χρωματιστά ξύλινα παντζούρια και μπαλκόνια, όλες οι αποχρώσεις του μπλε, του πράσινου και του κίτρινου. Που και που στο ενδιάμεσο βλέπεις και μερικά χαλάσματα, σπίτια που δεν ανακαινίστηκαν ποτέ, ερήμωσαν και έπεσαν στη ρωγμή του χρόνου. Όσα σπίτια έχουν αυλές, είναι γεμάτες με λουλούδια, κυρίως βουκαμβίλιες σε όλα τα έντονα χρώματα. Οι βασιλικοί δίνουν και παίρνουν, πλατύφυλλοι, σγουροί, μικροί, μεγάλοι σε πολύχρωμες γλάστρες. Κατέβασα τα πράγματα από το αυτοκίνητο και σκέφτηκα θα κάνω δύο διαδρομές μέχρι το σπίτι για να τα μεταφέρω, όμως κατά τη διάρκεια του ποια πράγματα πρέπει να πάρω στη πρώτη διαδρομή και ποια στη δεύτερη, άκουσα κάποιον να με φωνάζει.

-«Λενιώ, Λενιώ ήρθες επιτέλους για να μείνεις,» είπε ο Στέφανος γεμάτος χαρά και έτρεξε να με καλωσορίσει.

Ο Στέφανος είναι γείτονας στο χωριό, παιδικός μου φίλος και έχει το ένα καφενείο-ταβερνείο στη μικρή πλατεία του χωριού μας μαζί με τη Στέλλα τη σύντροφο του.

-«Ήρθα, ήρθα Στέφανε. Κατέφθασε ο Οδυσσέας με τους καταδρομείς πρωί πρωί και μπορείς να καταλάβεις τι γίνεται στο κάτω σπίτι. Έφυγα τρέχοντας για να έρθω στο ησυχαστήριο μου.»

-«Ωχ, φαντάζομαι τι πανικός θα επικρατεί εκεί κάτω, λυπάμαι τον Οδυσσέα. Άσε με να σε βοηθήσω με τα πράγματα, δε μπορείς μόνη σου. Πόσα κουβάλησες κι εσύ, πια;»

-«Και να φανταστείς το πρωί κοροϊδεύαμε τη Ρόζα ότι κουβάλησε πολλά από Αθήνα. Εμ, καλά να πάθω. Με ξέρεις, θέλω και τα βιβλία μου, και τα κρασάκια μου και τα μεζεδάκια μου. Βέβαια, το βλέπω να έρχομαι στο μαγαζλ, να σου δίνω τα υλικά και να μου τα μαγειρεύετε με τη Στέλλα.»

-«Να έρθεις, όποτε θέλεις, το ξέρεις ότι σε αγαπάμε πολύ κι η Στέλλα θα χαρεί να σε δει.»

Φτάσαμε στο σπίτι τόσο γρήγορα, που δεν το κατάλαβα. Βλέπεις με τον Στέφανο, άμα πιάσεις τη κουβέντα φτάνεις και στο άλλο νησί κολυμπώντας, κοινωνικός και ομιλητικός στο έπακρο. Το σπίτι ήταν έτοιμο να κατοικηθεί. Είχα έρθει τη προηγούμενη εβδομάδα και το είχα καθαρίσει, οπότε δεν είχα να κάνω τίποτα σημαντικό, παρά μόνο να τακτοποιήσω τα πράγματα μου και να βάλω τα τρόφιμα στο ψυγείο. Δε μου πήρε πάνω από μία ώρα όλη αυτή η διαδικασία, έκανα ένα μπάνιο και κάθισα λίγο στο καθιστικό. Το σπίτι είναι διώροφο με μια μικρή αυλή που έχει θέα στο Αιγαίο. Ήταν το πατρικό σπίτι του παππού Οδυσσέα και όταν έφυγε και αυτός αποφασίσαμε να το φτιάξουμε πιο μοντέρνο από την αρχική του μορφή. Το οικόπεδο είναι κατηφορικό και η είσοδος είναι στο πρώτο όροφο, όπου με μια εσωτερική σκάλα ενώνονται οι δύο όροφοι. Αποφασίσαμε να κάνουμε επάνω δύο υπνοδωμάτια με δικό τους μπάνιο το καθένα, ένα μεγάλο και ένα πιο μικρό και μια μικρή αποθήκη. Μπαινοντας στο σπίτι έχει ένα μικρό φουαγιέ – σαλόνι, όπου έχουμε βάλει το παλιό ξύλινο σαλονάκι της οικογένειας του παππού. Απέναντι από τη κεντρική πόρτα είναι η σκάλα που συνδέει το πάνω με το κάτω σπίτι. Κάτω έχει μια κουζίνα -σαλόνι, ένα μπάνιο και δύο υπνοδωμάτια. Όλα εκτός από το μπάνιο έχουν μπαλκονόπορτες και βγάζουν στην αυλή. Φυσικά και επέλεξα ένα από τα κάτω δωμάτια, για να είμαι κατευθείαν στην αυλή, στο παράδεισο. Η αυλή είχε ξινά, συκιές, βασιλικούς και φυσικά βουκαμβίλιες.

Άφησα τις σκέψεις μου στο σαλονάκι του παππού και πήγα κατευθείαν στη πλατεία να βρώ τη Στέλλα και τον Στέφανο στο μαγαζί τους. Αμέσως στρωθήκαμε και οι τρεις στο τραπέζι μας – όπως το ονομάζουμε, μιας και δεν είχε κόσμο εκείνη την ώρα, στην άκρη του μαγαζιού, όπου έχει θέα όλη τη μικρή οβάλ βοτσαλωτή πλατεία του χωριού. Βάλαμε να πιούμε κρασί και ξεκινήσαμε να λέμε τα νέα μας, τσιμπολογώντας μεζέδες, που έφερνε κατά καιρούς η Στέλλα. Λέγαμε τα νέα του χειμώνα, μιλήσαμε για τον τουρισμό, που έχει ανέβει τα τελευταία χρόνια στο νησί, για σινεμά και θέατρο και καταλήξαμε να θυμηθούμε όλες τις εφηβικές μας ανησυχίες. Δε ξέρω πως πέρασε η ώρα και πήγε εννιά το βράδυ, με τη κουβέντα και τη καλή παρέα. Τους χαιρέτησα και είπαμε θα τα πούμε αύριο με καφεδάκι.

Ξάπλωσα στο κρεββάτι με ορθάνοιχτα παράθυρα. Έβλεπα τον έναστρο ουρανό ξαπλωμένη και το δροσερό αεράκι φρόντισε να με νανουρίσει μέχρι που ξημέρωσε. Σηκώθηκα, ετοίμασα τον καφέ μου και έκατσα κάτω από τη κληματαριά διαβάζοντας το βιβλίο μου. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ευκαιρία να βάλω μαγιό και να κατηφορίσω για τη πιο κοντινή παραλία. Βασικά για τα πιο κοντινά βράχια, να βουτήξω στα καταγάλανα νερά και να αφεθώ στο ρεύμα της θάλασσας κλείνοντας τα μάτια. Αργότερα, μετά τη μεσημεριανή σιέστα και τον απογευματινό καφέ στη αυλή, το πρόγραμμα έχει κρασάκι στη πλατεία. Δε χρειάζεται να έχεις παρέα να σε περιμένει, πηγαίνεις και όλο και κάποιον βρίσκεις εκεί. Αυτό το ημερήσιο πρόγραμμα κράτησε τρεις μέρες, όπου τη τέταρτη αποφάσισα να κάτσω σπίτι, να αποτραβηχτώ και να χαλαρώσω.

Αφού ενημέρωσα τη Στέλλα, ότι σήμερα έχει «αποτοξίνωση» και ηρεμία, ξάπλωσα στην αιώρα μου και αγνάντευα τα μακρινά λαμπάκια του απέναντι νησιού. Ξάφνου χτύπησε η πόρτα, σκέφτηκα η κυρία Ζορζέτα θα είναι η γειτόνισσα, που όλο με φιλεύει με διάφορα γλυκά που φτιάχνει καθημερινά για τα εγγόνια της. Ανοίγω τη πόρτα και προς έκπληξη μου δεν ήταν η κα Ζορζέτα, αλλά ο Δήμος. Νομίζω, ότι στο πρόσωπο μου ήταν εμφανής η απορία μου, πώς και ήρθε χωρίς να με ειδοποιήσει, αλλά και η χαρά μου καταβάθος που τον είδα.

-» Συγνώμη που εμφανίζομαι ακάλεστος και χωρίς καμιά ειδοποίηση. Φαντάστηκα ότι θα ήσουν στη πλατεία, αλλά μου είπαν τα παιδιά, ότι δεν βγήκες σήμερα.»

-«Ξαφνιάστηκα το ομολογώ, νομίζω φάνηκε και από την έκφραση μου, όταν άνοιξα τη πόρτα και ζητώ κι εγώ συγνώμη δεν είναι ευγενικό. Χάρηκα που ήρθες. Πέρασε μη τα λέμε στη πόρτα.»

Κατεβήκαμε στο κάτω μέρος του σπιτιού και από εκεί βγήκαμε στην αυλή. Του πρόσφερα ένα δροσερό ποτήρι κρασί και κάτσαμε να τα πούμε. Όση ώρα μου μίλαγε για το πως περνάει στο νησί από την ημέρα που ήρθε, τον χάζευα. Ήταν βλέπεις μετά από τόσα χρόνια, που είμασταν μόνοι μας και χωρίς να με παρακολουθεί κάποιος, μπορούσα να τον χαζέψω ελεύθερα. Προσπαθούσα να ανακαλύψω όλες τις αλλαγές στο πρόσωπο του. Γκριζάρισαν οι κρόταφοί του, όμως τα μάτια του γυάλιζαν. Όταν μιλάει για το νησί, αλλάζει το πρόσωπο του, φωτίζεται, λάμπει.

-«Μέρες έχεις να εμφανιστείς κάτω, μας ξέχασες τελείως,» είπε με αναστεναγμό και αγωνία για το τι θα απαντήσω ο Δήμος

-«Ξέρεις, εδώ είναι το ησυχαστήριο μου. Ξεκουράζομαι, βγαίνει όλη η κούραση της χρονιάς, γεμίζω μπαταρίες σώματος, μυαλού, καρδιάς,» του απάντησα γλυκά και με μια δόση ειρωνείας.

-«Θα κάτσεις καιρό εδώ;»

-«Ναι σκέφτομαι να κάτσω μέχρι να φύγω για Αθήνα τέλος του μήνα. Θα κάνω και επισκέψεις προς τα εσάς κάτω, αλλά όχι καθημερινά.»

Δεν του άρεσε πολύ αυτό του Δήμου και δεν δίστασε να της το πει. Όπως επίσης, δε δίστασε να της πει ότι ρώτησε τη Χρυσάνθη γιατί είναι έτσι απόμακρη. Με τα χίλια ζόρια η Χρυσάνθη του είπε, αφού τη πίεσε πολύ για ότι της συνέβει το χειμώνα που πέρασε και ότι γενικά κάνει ανασύνταξη δυνάμεων.

-«Ζητώ συγνώμη που πίεσα τόσο τη Χρυσάνθη να μου πει κάτι τόσο προσωπικό σου, που της έχεις εμπιστευτεί, αλλά ενδιαφέρομαι. Ενδιαφέρομαι να ξέρω ότι είσαι καλά, θέλω να είσαι καλά και να χαμογελάς. Να μου χαμογελάσεις ξανά.»

-«Εντυπωσιάζομαι που ενδιαφέρεσαι, μετά από πέντε χρόνια απουσίας σου και καμιάς προσπάθειας σου για επικοινωνία,» είπα καυστικά

-«Όπως πάντα καυστική, αλλά δεν έχεις άδικο, αντέχω να ακούω το οτιδήποτε από εσένα,» είπε χαμογελώντας ο Δήμος.

-«Δεν αντέχω να ακούω αερολογίες.»

Του χαμογέλασε και αυτό τον καθησύχασε. Δε κρατάει καμιά κακία και θλίψη για ότι συνέβει και δεν είχε και νόημα στο κάτω κάτω να αναμοχλεύει καταστάσεις του παρελθόντος, που δεν είχαν σκοπό να αλλάξουν άμεσα. Άνοιξε και δεύτερο μπουκάλι κρασί μιας και προβλεπόταν η νύχτα να έχει διάρκεια.

-«Δεν θέλω να συζητήσω κάτι σχετικο με ότι συνέβει το χειμώνα, είναι κάτι που αφορά εμένα και αποτελεί παρελθόν, όπου σιγά σιγά θα διαλυθεί και από το μυαλό μου.»

-«Έχεις δίκιο, ας το αφήσουμε πίσω. Ότι μας στεναχωρεί ας μείνει πίσω. Αν είναι να αξίζει θα φανεί στο χρόνο.»

Σιώπησαν και κοιτάχτηκαν με μια θαλπωρή στα μάτια, μια ζεστασιά και με ένα μικρό παράπονο. Πώς άφησαν να περάσουν τόσα χρόνια χωρίς να μιλήσουν, χωρίς να ξεκαθαρίσουν το δικό τους θέμα, που εκκρεμούσε. Βέβαια κυριαρχούσε το γεγονός, ότι είχαν άλλους ανθρώπους στη ζωή τους. Πλησίασε κοντά της και της έπιασε το χέρι. Ζεστό και γεμάτο συναίσθημα.

-«Δίπλα σου είμαι πιο ήρεμος. Πάντα μου απόπνεες μια σιγουριά και μια αγαλλίαση. Ήταν και είναι από τα θετικά σου στοιχεία. Το βλέμμα σου, απέραντο γαλάζιο για να ξεκουραστείς,» είπε ο Δήμος χαμογελώντας της και έσκυψε να τη φιλήσει.

Δεν απομακρύνθηκε, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του, στο κάλεσμα των ψυχών τους για αγκάλιασμα και εξομάλυνση της έντασης που επικρατούσε. Τη πήρε αγκαλιά και εκλεισαν τα μάτια. Μετά απο λίγη ώρα ο Δήμος σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τη πόρτα για να φύγει.

-«Ας μη σε κουράζω άλλο σήμερα, καλύτερα να φύγω, θα βρεθούμε και τις επόμενες μέρες,» της είπε και έκανε να φύγει

-«Αν θέλεις να μείνεις εδώ απόψε, μπορείς. Εγώ δηλαδή θα ήθελα να μείνεις, όχι μόνο σήμερα, αλλά όσο θέλεις εσύ χωρίς ημερομηνία φυγής…»

Της χαμογέλασε και πήγε προς το μέρος της. Την έσφιξε στην αγκαλιά της και έκατσαν εκεί μέχρι να δουν την ανατολή του ηλίου. Και κάπως έτσι κύλησαν οι υπόλοιπες μέρες του καλοκαιριού. Δε χρειάστηκε να ειπωθεί κάτι άλλο. Αυτό που ένιωθαν μεταξύ τους δεν είχε σβήσει ποτέ, υπέβοσκε στη συντήρηση της ψυχής. Ο Δήμος δε γύρισε στο κάτω χωριό, έμεινε εκεί μαζί της μέχρι να γυρίσουν μαζί πίσω στην Αθήνα. Κατέβαιναν όμως συχνά για να δουν τους φίλους τους και να πιουν για τη μεγάλη χαρά που τους έδωσαν. Κάθε μέρα, πήγαιναν για μπάνιο στη παραλία και άπλωναν το σώμα τους στα βράχια, κοιτάζοντας μια το γαλάζιο της θάλασσας και μια το γαλάζιο του ουρανού. Τους έπαιρνε ο ύπνος κάτω από τη ψάθινη αυτοσχέδια ομπρέλα, ακούγονταν μόνο το κύμα και τα κουδουνάκια από τα αγριοκάτσικα, που ανεβοκατέβαιναν τη πλαγιά. Που και που το αεράκι τους ξύπναγε και αγκαλιασμένοι χαμογελούσαν για το τέλος μιας εποχής, που τους βασάνισε και την έναρξη μια νέας, με περισσότερη ουσία, αγάπη, φροντίδα, στήριξη. Το νησί, το νησί τους, μπορεί να τους χώρισε πριν πέντε χρόνια, αλλά με ένα μαγικό τροπο τους ένωσε ξανά.

Photography: Katevangel

Κείμενο: The Act of Capturing

(φωτογραφία, Αστροπαλιά, 2018)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s