Διαδρομή

DSC_0406

Περπατούσε βιαστικά για να προλάβει το τρένο, όταν κοίταξε το ρολόι της

και ήταν περασμένες τέσσερις. Αφού αγόρασε ένα από τα τελευταία εισιτήρια της αμαξοστοιχίας νούμερο 3010, που αναχωρούσε στις τεσσεράμισι κάθισε ανακουφισμένη στο παγκάκι να περιμένει.

Έβγαλε από τη τσάντα το σημειωματάριό της και έψαχνε μέσα στο χαμό που επικρατούσε ένα στυλό. Ήθελε να σημειώσει τα σημερινά γεγονότα, φράσεις περαστικών που άκουσε στο δρόμο, ατάκες του καφετζή που της έφερε το πρωινό της καφέ. Όμως, δεν έβρισκε με τίποτα ένα στυλό. Θυμήθηκε, ότι το είχε βγάλει εχθές από τη τσάντα της για να σημειώσει δύο τίτλους βιβλίων που είδε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου της γειτονιάς της. Μάλλον από αφηρημάδα της έπεσε στο πεζοδρόμιο και δε το κατάλαβε. Στεναχωρημένη για αυτή την απώλεια και κυρίως που δεν μπορούσε να σημειώσει αυτά που σκεφτόταν, αρκέστηκε στο να απολαύσει την είσοδο των συνταξιδιωτών της στο σταθμό.

Καθώς, περίμενε υπομονετικά να περάσει η ώρα για να αναχωρήσει το τρένο, η ματιά της έπεσε σε μια κοπέλα που ακουμπούσε στη κολόνα απέναντι της. Είχε θλιμμένο βλέμμα, σίγουρα κάτω από τα σκούρα της γυαλιά, τα μάτια της θα ήταν βουρκωμένα. Σηκώθηκε, μιας και το τρένο έφτανε στην αποβάθρα και βρέθηκε δίπλα της. Προσπάθησε να της μιλήσει, ίσως να χρειαζόταν κάποια βοήθεια. Δίστασε να τη προσεγγίσει, σκέφτηκε ότι ήθελε το χώρο της, αλλά κυρίως φοβόταν την αντίδραση της, ίσως να ήθελε να μείνει μόνη της.

Επιβιβάστηκε στο βαγόνι που αντιστοιχούσε στο εισιτήριο της, βρήκε τη θέση της που ήταν δίπλα στο παράθυρο και έκατσε. Τακτοποιήθηκε, έτσι ώστε να μην ενοχλεί τον τυχαίο διπλανό της. Σκέφτηκε, ότι θα ήταν καλό να εκμεταλλευτεί τη διαδρομή και να ξεκουραστεί. Από το πρωί ομως είχε μια ανησυχία, που δεν μπορούσε να τη προσδιορίσει. Ίσως, για να χαλαρώσει θα βοηθούσε να διαβάσει λίγο, έβγαλε το βιβλίο της από τη τσάντα και ξεκίνησε να διαβάζει, αγναντεύοντας παράλληλα έξω από το παράθυρο.

Βυθίστηκε στις σελίδες του βιβλίου, ταξίδεψε το μυαλό της ανάμεσα στις λέξεις, κάνοντάς τες εικόνα. Την ηρεμία αυτή διατάραξε ο διπλανός της, που ανέβηκε στην επόμενη στάση. Μπήκε φουριόζος στο βαγόνι και με γρήγορες, απότομες κινήσεις έκατσε στη θέση δίπλα της. Ούτε που κατάλαβε πότε μπήκε και πότε έκατσε. Ήταν ένας άντρας γύρω στα σαράντα με γκριζωπό χρώμα μαλλιών και γαλάζια μάτια. Έβγαλε το μαύρο του παλτό, πήρε μια ανάσα βαθιά και την κοίταξε.

-Συγνώμη για την αναστάτωση, έτρεχα για να μη χάσω το τρένο.

-Δε πειράζει, καταλαβαίνω, μου έχει συμβεί πολλές φορές να τρέχω να προλάβω το τρένο, αλλά και να το χάνω κιόλας.

Λίγα λεπτά σιγής, έφεραν μια απρόσμενη αμηχανία. Γέλασαν και οι δύο ανακουφισμένοι και κατανόησαν την αμοιβαία βιασύνη τους.

-Πάτε μακριά; τη ρώτησε ο μυστηριώδης συνταξιδιώτης

-Στο τερματικό σταθμό, απάντησε αυτή χαμογελώντας. –Εσείς;

-Κι εγώ, επιστρέφω από μια κουραστική βδομάδα και επιτέλους έρχεται σαββατοκύριακο.

Photography: Katevangel

Κείμενο: The Act of Capturing

(φωτογραφία, Νεοχωρούδα Θεσσαλονίκης, Νοέμβριος 2018)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s